Σελίδες

1.6.13

Σημειώσεις για μια πόλη που αντέχει


 
      Η Αθήνα μάλλον συνήθισε τη μιζέρια της και έχει αρχίσει να τη φοράει με χάρη. Τελευταία μαγιάτικη μέρα σήμερα και η καινούρια «Σχεδία» περιμένει στις εξόδους του μετρό, στα χέρια των πωλητών με τα κόκκινα πουλόβερ. Δεν έχω ψιλά, ντρέπομαι που το παρατηρώ μπροστά στην πωλήτρια∙ εκείνη χαμογελάει και μου λέει: «δεν έχω να σας χαλάσω, τώρα μόλις ξεκίνησα». Θα έρθω αργότερα, υπόσχομαι, όχι υπεκφεύγοντας.

     Παρακολούθησα για κάμποσες ώρες ένα ενδιαφέρον συμπόσιο για τις λοιμώξεις των ασθενών στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Η αντοχή των μικροβίων στα αντιβιοτικά διαρκώς αυξάνεται με εφιαλτικό ρυθμό∙ οι δικές μου αντοχές στην παρακολούθηση διαλέξεων, παιδιόθεν χαμηλές, μου υπέδειξαν κάποια στιγμή τον δρόμο προς το Κεντρικό Κτήριο του Μουσείου Μπενάκη, όπου εκτίθεται αυτόν τον καιρό η δουλειά του Κωνσταντίνου Μάνου, φωτογράφου με μνημειακής αξίας έργο: ανθρωποκεντρικές ασπρόμαυρες λήψεις από την Ελλάδα του ’50 και του ’60. Κάρπαθος, Κρήτη, Μύκονος, Μάνη και άλλες περιοχές. Γέροι στα καφενεία, γριές μοιρολογίστρες, παιδιά του σχολείου, ψαράδες, μωρά σε αυτοσχέδιες κούνιες, βοσκοί∙ η Ελλάδα του παρελθόντος μας κοιτάζει με βουβή απορία μέσα από τις γυαλιστερές κορνίζες. Η Leica του Μάνου γράφει ασπρόμαυρη ποίηση, οι εικόνες μοιάζουν σκηνές από θεατρικά μονόπρακτα. Φεύγεις παίρνοντάς μαζί σου το βλέμμα του μωρού μέσα στην Καρπαθιώτικη καλαθούνα, τον Χανιώτη που διαβάζει εφημερίδα στην ακροθαλασσιά με φόντο τον Βενετσάνικο φάρο, τον θρήνο των μαυροφορεμένων γυναικών κι εκείνη, το καφενείο με τη διαφήμιση της κινηματογραφικής ταινίας με τον Γιώργο Φούντα. Καθημερινές στιγμές, βλέμματα, κινήσεις που με ένα κλικ πέρασαν στην αιωνιότητα.

   Πάλι πίσω στα μικρόβια. Προηγουμένως, περνάω από την κοπέλα της «Σχεδίας», έχοντας τώρα έτοιμα τα τρία ευρώ, και παίρνω το περιοδικό. Στο αμφιθέατρο οι αντοχές των μικροβίων σταθερά επί της οθόνης. Μετά το τέλος των ομιλιών, οι ξένοι ομιλητές θα ξεναγηθούν στο Μουσείο της Ακρόπολης. Φεύγω πάλι πριν τελειώσουν οι ομιλίες. Η Έλλη δίνει τα προφορικά του Proficiency. Θα τη συναντήσω σε μια στάση μετρό, να πάμε μαζί στην Πλατεία Κάνιγγος. Όμως το μετρό αναστέλλει προσωρινά τη λειτουργία του. Πορεία των εκπαιδευτικών στο Σύνταγμα, ράλι «Ακρόπολις» στο Ζάππειο. Παίρνουμε ένα ταξί. Ο ταξιτζής δεν είναι πολύ καθαρός και ακούει σκυλάδικα άγνωστης ράτσας, όμως είναι πολύ συμπαθητικός. Μας αφήνει χαμηλά στην Πανεπιστημίου.

 
     Μπαίνουμε στη Θεμιστοκλέους και ανηφορίζουμε. Εδώ μου φαίνεται ότι είναι το πιο πολύχρωμο κομμάτι του κέντρου. Ίσως η εντύπωσή μου αυτή να οφείλεται στα fluo χρώματα των αθλητικών παπουτσιών στις βιτρίνες ή στις ταβέρνες με τα πολύχρωμα τραπεζομάντιλα ή ίσως ακόμα στα γκράφιτι στους τοίχους. Στέκομαι και φωτογραφίζω κάποια από αυτά. Καθόμαστε με την Έλλη σε ένα καφέ μέσα σε μια στοά της Κάνιγγος. Οι τοίχοι της στοάς ζωγραφισμένοι, μορφές ανάκατες: ο Μίμης Φωτόπουλος, η Βουγιουκλάκη, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Τζίμι Χέντριξ, η Μπίλι Χολιντέι, ο Νικ Κέιβ. Χαζεύω εντελώς, κοντεύω να ξεχάσω τις εξετάσεις του παιδιού. Ο νεαρός που μας σερβίρει είναι χαμογελαστός∙ όλοι σήμερα μου φαίνονται ευδιάθετοι. Μαζί με τον freddo μου φέρνει και μπισκοτάκια Μιράντα Παπαδοπούλου. Απέναντι μια παρέα φοιτητών πίνει μπίρες. Θέλω να ξαναγίνω φοιτήτρια, σε άλλη όμως σχολή, να μάθω κάτι καινούριο, διαφορετικό.

 
       Η ώρα της εξέτασης έφτασε. Ανεβαίνουμε σε μια παλιά πολυκατοικία, συνομήλικη με τις φωτογραφίες του Μάνου. Κόσμος πολύς περιμένει. Οι εξετάσεις των γονιών είναι χειρότερες από εκείνες των παιδιών. Μια μαμά έχει φέρει τις κόρες της, πέντε τον αριθμό. Οι δυο μεγάλες πρέπει να δίνουν εξετάσεις. Είναι ντυμένες πανομοιότυπα, μακρύ κίτρινο φόρεμα με λουλουδάτο μοτίβο, λευκή μπλούζα από μέσα, χρυσαφιές μπαλαρίνες. Σα να έχουν βγει από τον «Κυνόδοντα». Μου φαίνεται ότι σε λίγο θα εμφανιστεί αδελφός με κιθάρα και θα αρχίσουν να χορεύουν εκείνον τον σπαραχτικό χορό, ό,τι τουλάχιστον εγώ κράτησα από την ταινία του Λάνθιμου. Τα άλλα τρία κορίτσια, μικρότερα σε ηλικία, είναι επίσης πανομοιότυπα ντυμένα, σχεδόν όμως σαν αγόρια: γκρίζες βερμούδες, γκρίζα t-shirts με την επιγραφή Football, τα ίδια πέδιλα και το ίδιο χτένισμα αλογοουρά. Κυνηγιούνται και δέρνονται στις σκάλες της πολυκατοικίας. Ατάραχη η μαμά περιμένει. Και τα πέντε κορίτσια είναι παραλλαγές στο θέμα της μαμάς∙ πρέπει να έχουν κληρονομήσει σε επικρατή μορφή ολόκληρο το σετ γονιδίων της.

     Η Έλλη τελειώνει την προφορική εξέταση. Είναι ευχαριστημένη. Βγαίνουμε στην Σταδίου και χαζεύουμε τις λίγες ανοιχτές βιτρίνες. Στις γωνιές νεαροί αστυνομικοί φυλάνε την πόλη και τους πολίτες της. Τρυφερά, σχεδόν αμούστακα παλικαράκια, θα έπιαναν περισσότερο τόπο σε πίνακες του Τσαρούχη. Τουλάχιστον να μπορούν, αν χρειαστεί, να ανακόψουν τον ανεξέλεγκτο τσαμπουκά των νταβραντισμένων Χρυσαυγιτών.

     Το μετρό έχει ξαναρχίσει να κινείται. Κατεβαίνουμε στις αποβάθρες. Σήμερα γιορτάζει ο Μάγος και η Μάγια, διαβάζουμε στην οθόνη. Γιορτάζει και τούτη η μαγική πόλη, μου φαίνεται, έστω και μέσα στη νεόκοπη φτώχεια της. Κάτι παίρνει να αλλάζει. Εκτός κι αν είναι μόνο η ιδέα μου.