Σελίδες

27.5.12

Σημειώσεις μεταξύ στάσεων (Everything we had, was in here)

(φωτ. Έφη Σταματέλου)

     Διαδρομές με τραμ, μετρό, λεωφορεία∙ ανάγκη πιο πολύ παρά επιλογή, τώρα πια που η βενζίνη από υλικό αγαθό έγινε υλικό δεινό∙ ίσως όμως περισσότερο ενδιαφέρουσες από τις μοναχικές διαδρομές με το αυτοκίνητο, έστω και με τη συντροφιά μουσικών θρύλων από τα ηχεία∙ στα μέσα μαζικής μεταφοράς συναντάς την ίδια τη ζωή, ηχηρή και οσμηρή, να σπαρταράει στα γύρω καθίσματα και στις χειρολαβές.

    Σάββατο πρωί μπήκα στο τραμ. Ένας ηλικιωμένος κύριος σηκώθηκε και πέρασα  να καθίσω δίπλα του στην εσωτερική θέση. Από το τραμ της Παρασκευής μου είχε μείνει στη μέση το Εκ του φυσικού του W. G. Sebald. Ήμουν στην αφήγηση της ζωής του εξερευνητή Στέλλερ, γύριζα όμως πίσω στον ζωγράφο Γκρύνεβαλντ, πήγαινα και μπροστά στις βιωματικές σελίδες της τρίτης αφήγησης. Θαύμαζα για άλλη μια φορά την αφηγηματική δεινότητα του Sebald σε τούτο το πρώτο του βιβλίο, γραμμένο σε στίχους, διατηρώντας όμως την ιδιαίτερη πτύχωση της μετέπειτα πεζής γραφής του∙ ένα ποιητικό πεζό.

    Ο ηλικιωμένος κύριος δίπλα μου διάβαζε κι εκείνος∙ το δικό μου βιβλίο, όπως κατάλαβα σε λίγο.
«…λαγαρή επιφάνεια…» σχολίασε μια φράση του Sebald που έκανε και σε μένα εντύπωση. «Μυθιστόρημα είναι;» Του είπα κάποια πράγματα για τον Sebald∙ μου δόθηκε έτσι η ευκαιρία να τον παρατηρήσω καλύτερα. Μπεζ - σχεδόν μέχρι λευκότητας - ρούχα και ίδιο χρώμα καπέλο∙ σαν τους παππούδες της παιδικής μου ηλικίας∙ συμπαθής. Βασίλης, μου συστήθηκε∙ Μαρία, με ανάγκασε να του συστηθώ κι εγώ∙ «όμορφο κορίτσι» με βρήκε και σε αυτό το σημείο αναδιπλώθηκα (nach der Natur κατά Sebald) στις σελίδες του βιβλίου μέχρι την επόμενη στάση που κατέβηκα.

    Μπήκα στο μετρό∙ αντανακλαστικά σχεδόν, απέφυγα να βγάλω ξανά τον Sebald από την τσάντα. Κάθισα δίπλα σε έναν άλλο ηλικιωμένο κύριο, με σχετικά μοντέρνο ντύσιμο, που διάβαζε τα ημερολόγια του Τσε. Το βαγόνι αντηχούσε από τις φωνές και τα γέλια τριών κατάξανθων πιτσιρικιών, δύο αγοριών κι ενός κοριτσιού, όχι πάνω από δέκα χρονών, που έπαιζαν το παλιό παιχνιδάκι «πέτρα-μολύβι-ψαλίδι-χαρτί». Μιλούσαν ξένη γλώσσα-έμοιαζε και δεν έμοιαζε με ρώσικα. Κάθε φορά ο νικητής μοίραζε χαστούκια στους άλλους δύο. Το κορίτσι έδινε κι έτρωγε κι αυτό ίσης ορμής χαστούκια με τα αγόρια. Τα παιδάκια έμοιαζαν αδέλφια και ήταν ασυνόδευτα∙ liberté, égalité, fraternité.  Στιγμές-στιγμές κάθονταν κατάχαμα στο βαγόνι∙ τα χέρια τους και τα γόνατά τους ήταν κατάμαυρα∙ τα χαστούκια άφηναν στα μάγουλα μουτζουρωμένη κοκκινίλα. Το παιχνίδι συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση. Χαμογελαστοί οι ενήλικοι επιβάτες του βαγονιού-ντόπιοι και τουρίστες-φαίνονταν να διασκεδάζουν με τα πιτσιρίκια. Λίγο πριν το Σύνταγμα, τα παιδιά κατέβηκαν.

    Στο Σύνταγμα ετοιμάστηκα κι εγώ να κατεβώ. Στο βάθος του βαγονιού, ένας ηλικιωμένος τουρίστας διαπίστωσε ότι του έλειπε ο σάκος του. Είχε κάνει φτερά μπροστά στα μάτια τα δικά του και των συνεπιβατών. Είχε μείνει μόνο η βαλίτσα του. Βγήκε στο Σύνταγμα και ανέβαινε την κυλιόμενη σκάλα κλαίγοντας και χτυπώντας το κεφάλι του, καθώς συνειδητοποιούσε σιγά-σιγά το γεγονός-“everything I had was in there”. Τον σκεφτόμουν για αρκετή ώρα, καθώς γύριζα στο σπίτι. Θα πήγε στα γραφεία των υπαλλήλων του μετρό, αλλά δεν θα βρήκε άκρη. Εδώ εξιχνιασμένες μεγάλες ληστείες και απάτες και μένουν ατιμώρητες, πόσο μάλλον ένας φτερωτός πορτοφολάς…
 
    Everything we had, was in here, too...

    Μία ημέρα πριν, ο Γκύντερ Γκρας είχε δημοσιεύσει στη Süddeutsche Zeitung ένα ποίημα αφιερωμένο στην Ελλάδα, που κατηγορήθηκε αρχικά ως λογοτεχνικά κακό και αργότερα ως πλαστό. Στη Guardian, η Κριστίν Λαγκάρντ μιλούσε με σκληρό τρόπο για την Ελλάδα και, σε αντιπαράθεση, διερρήγνυε τα Κarl Lagerfeld ιμάτιά της από θλίψη για τα παιδιά του Νίγηρα, κάνοντας τη σελίδα της στο facebook να πλημμυρίσει από σχόλια εξαγριωμένων Ελλήνων, που-δυστυχώς-σε μεγάλο ποσοστό ξεπερνούσαν το όριο της απλής χυδαιότητας.

     Το ίδιο βράδυ, όλα θα έμπαιναν προσωρινά στην άκρη, δίνοντας τη θέση τους στο λαμπερό ετήσιο ευρωπαϊκό παζάρι της Γιουροβίζιον, που φέτος έσπασε κάθε ρεκόρ κακογουστιάς: ρωσίδες γιαγιάδες σε ένα μεταπαρκινσονικό hip-hop χοροπήδημα, η Αλβανίδα με τη σφηκοφωλιά στο κεφάλι και τη δενδρογαλή στο λαιμό να ουρλιάζει ως επί υστερίας, οι Τούρκοι να παίζουν με πανιά τους πειρατές στο πλοίο, η Ελλάδα με τον συνηθισμένο αχταρμά σε γαλανόλευκο φόντο και η Σουηδέζα, σε απόλυτη ευφορία, να ανεβαίνει στην κορυφή με μια ελληνική λέξη στα χείλη της. Πάντως, κάθε Ελληνίδα πρέπει να πήρε μια κρυφή χαρά, να ένιωσε μια δικαίωση, με τη διάλυση δυο προαιώνιων ανδρικών μύθων: δεν είναι όλες οι Σουηδέζες δίμετρες ξανθιές με γαλανά μάτια - μερικές μοιάζουν με Πορτορικανές ή Εσκιμώες∙ και δεν είναι όλες οι Ρωσίδες καλλίγραμμες με ατέλειωτα πόδια - μερικές είναι γριές, έχουν χρυσά δόντια και φορούν λουλουδιαστές μαντίλες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: