Σελίδες

20.1.12

Το σκούντηγμα



        Ο Αλέξης σας σκούντηξε. Ανταποδώστε το σκούντηγμα.


        Έτσι απλά μπήκε στη ζωή της Θάλειας ο Αλέξης. Με ένα σκούντηγμα, μια χειμωνιάτικη Κυριακή. Η σελίδα της δεν είχε τίποτα άλλο εκείνο το πρωί. Κανένας φίλος  δεν είχε γενέθλια, δεν υπήρχαν μηνύματα, ούτε ειδοποιήσεις, ούτε προσκλήσεις σε εκδηλώσεις. Μόνο το σκούντηγμα του Αλέξη. Η Θάλεια ανταπέδωσε το σκούντηγμα και έμεινε όλη την υπόλοιπη μέρα συνδεδεμένη περιμένοντας. Μπήκε πολλές φορές στο προφίλ του Αλέξη. Ωραίος άντρας, μελαχρινός, γύρω στα τριάντα, μάτια δεν φαίνονταν πίσω από τα μαύρα γυαλιά, το ύψος δεν μπορούσε να το μαντέψει, ο τοίχος και οι πληροφορίες  μόνο για τους φίλους.
Ο Αλέξης την ξανασκούντηξε το απόγευμα, αλλά δεν της έστειλε αίτημα φιλίας παρά μόνο το άλλο πρωί. Η Θάλεια το δέχτηκε και πήγε αμέσως στο προφίλ του. Άντρας, άθεος, γενέθλια στις  5 Φεβρουαρίου, δηλαδή Υδροχόος. Αγαπημένη μουσική ο Ραχμάνινοφ, ο Μπαχ και ο Χατζιδάκις, αγαπημένοι συγγραφείς ο Ντοστογιέφσκι, ο Κάφκα και ο Παπαδιαμάντης. Αγαπημένες ταινίες, όλες του Μπέργκμαν.
Η Θάλεια ενθουσιάστηκε. Να ένας άντρας που θα μπορούσε να μιλήσει για κάτι άλλο εκτός από ποδόσφαιρο και αυτοκίνητα…  Με τον Μίλτο είχε πια κουραστεί. Τρία χρόνια μαζί, εκτός από το κρεβάτι και το φαγητό, δεν μπορούσαν να μοιραστούν τίποτα άλλο. Όχι ότι δεν την αγαπούσε. Τη λάτρευε με τον τρόπο του και της το έλεγε, επίσης με τον τρόπο του. Διαρκώς την πείραζε για όλα εκείνα που της άρεσαν. Της έπαιρνε το βιβλίο από τα χέρια και άρχιζε να απαγγέλλει με στόμφο ποίηση, συνόδευε με φωνή φάλτσου τενόρου τη μουσική της, άλλαζε με το τηλεκοντρόλ το κανάλι την ώρα που εκείνη παρακολουθούσε μια ταινία.
Με το σκούντηγμα του Αλέξη η ζωή της Θάλειας άλλαξε. Έμπαινε πολλές φορές την ημέρα στη σελίδα του και παρακολουθούσε τις αναρτήσεις του. Του έβαζε like με κάθε ευκαιρία. Της άρεσαν αυτά που ανέβαζε, ποιήματα, αποσπάσματα από βιβλία, μουσικές και κομμάτια από ταινίες. Έμοιαζαν τα γούστα τους, διάβαζαν τα ίδια βιβλία, άκουγαν την ίδια μουσική. Δεν προλάβαινε η Θάλεια να σκεφτεί ότι της αρέσει ένα κομμάτι και ο Αλέξης το είχε ήδη ανεβάσει στον τοίχο του.
Η Θάλεια ανυπομονούσε να τον γνωρίσει, αν όχι από κοντά, έστω από το chat. Όμως ο Αλέξης δεν άφηνε σχόλια, δεν έβαζε likes. Μια μέρα που εκείνος ανέβασε μια σκηνή από τις «Αγριες φράουλες» του Μπέργκμαν, την αγαπημένη της ταινία, η Θάλεια δεν άντεξε και του είπε καλησπέρα στο chat. Μια στίξη-χαμόγελο ήταν όλη η απάντησή του. Ο Μπέργκμαν, άλλο ένα κοινό τους σημείο. Θυμόταν μια φορά που είχε ρωτήσει τον Μίλτο αν του άρεσαν οι Άγριες Φράουλες κι εκείνος είχε απαντήσει ότι του αρέσουν, αλλά μόνο με σαντιγί.
Ο Μίλτος πρέπει να ζήλευε τον καινούριο της φίλο. Την έβρισκε κολλημένη στη σελίδα του Αλέξη και σούφρωνε τα χείλη του. Συχνά της πεταγόταν στο chat την ώρα που εκείνη άκουγε κάποιο από τα κομμάτια του Αλέξη.
Όμως οι μέρες περνούσαν και καμία πρόοδος δεν φαινόταν σε αυτή την εικονική φιλία της Θάλειας. Εκείνη αδημονούσε πια να γνωρίσει τον Αλέξη, να τον δει από κοντά. Εκτός από τη φωτογραφία του προφίλ του, δεν είχε βάλει καμία άλλη. Εκείνη αντίθετα ανέβαζε τις πιο ωραίες φωτογραφίες της, περιμένοντας ένα like. Μόνο ο Μίλτος όμως ήταν σταθερός θαυμαστής της. Έβαζε likes σε όλες  και άφηνε ενθουσιώδη σχόλια-«κουκλάρα», «θεά» και άλλα παρόμοια.
Την ημέρα των γενεθλίων της, ο Αλέξης ανέβασε στον τοίχο της το ποίημα του Πεσσόα για τα γενέθλια. Αρκετά απαισιόδοξο, αλλά η Θάλεια ενθουσιάστηκε για άλλη μια φορά. Ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα της. Το ήξερε σχεδόν απέξω… Του έστειλε μήνυμα. «Θέλεις να βρεθούμε κάποια μέρα για καφέ;» Δεν είχε ξαναπροτείνει ποτέ πρώτη εκείνη ραντεβού. Άφηνε πάντα τον άλλο να κάνει το πρώτο βήμα. Όμως η ιστορία με τον Αλέξη κόντευε να πάρει την έκταση του «Μεγάλου Ανατολικού» και λιμάνι δεν φαινόταν πουθενά. Ο Αλέξης άργησε να απαντήσει. Δεν απάντησε την ίδια μέρα, ούτε την επόμενη, ούτε τη μεθεπόμενη. Η Θάλεια είχε απελπιστεί, ώσπου, το πρωί της τρίτης μέρας, βρήκε το πολυπόθητο μήνυμα: «Να συναντηθούμε αύριο το απόγευμα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη συναυλία Αναγεννησιακής και Μπαρόκ Μουσικής; Θα έχω εγώ τα εισιτήρια».
Η Θάλεια πέταξε από τη χαρά της. Τουλάχιστον στην αρχή, γιατί μετά την κατέλαβε πανικός. Δεν είχε ιδέα από Αναγεννησιακή Μουσική, μα ούτε κι από μπαρόκ. Θα γινόταν ρεζίλι στον Αλέξη…  Άρχισε να κατεβάζει κομμάτια από το youtube.  Άκουγε χωρίς διακοπή. Ξεκίνησε από τον Μπαχ που της φαινόταν πιο οικείος και προχώρησε στον Παλεστρίνα, τον Μοντεβέρντι, τον Σκαρλάτι, φτάνοντας μέχρι τον Περγκολέζι και τον Βιβάλντι. Για ώρες μπερδεύονταν στα αυτιά της  λειτουργίες, μαδριγάλια και καντάτες. Σερφάριζε από το ένα Stabat Mater στο άλλο και τελειωμό δεν είχαν. Αργά το βράδυ έκλεισε τον υπολογιστή. Τη βασάνιζε μια δυνατή ημικρανία. Το μυαλό της ήταν τόσο θολωμένο που δεν θα μπορούσε να απαντήσει ούτε πόσες ήταν οι Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι. Πήρε ένα Ponstan και ξάπλωσε. Ο ύπνος της ήταν ανήσυχος. Την καταδίωκε μια ιπτάμενη βιόλα ντα γκάμπα. Εκείνη έτρεχε φωνάζοντας «Κλαούντιοοο!!...» Πετάχτηκε αλαφιασμένη. Πού ακούστηκε να καλεί τον Μοντεβέρντι για βοήθεια… Η ώρα ήταν μόλις τέσσερις και είκοσι το πρωί.
Το επόμενο απόγευμα έφτασε αγχωμένη στα σκαλιά της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Της φαινόταν πως είχε έρθει να δώσει εξετάσεις στην Ιστορία της Μουσικής. Είχε ντυθεί με μεγάλη φροντίδα και είχε προσέξει πολύ το μακιγιάζ της. Σε άλλη περίπτωση - αν ήταν ας πούμε με τον Μίλτο - θα ένιωθε πως έσκιζε. Όμως τώρα ένιωθε χάλια. Είχε ξεχάσει τους μισούς από τους συνθέτες της Αναγέννησης. Μόνο ο Μπαχ καθόταν ατάραχος στη μπαρόκ θέση του μέσα στο μυαλό της. Ανέβηκε τα σκαλιά και μπήκε στην αίθουσα υποδοχής. Κοίταξε γύρω της τον κόσμο που περίμενε για τη συναυλία. Κοινό πολύχρωμο, κάθε ηλικίας. Παρέες νέων αλλά και μεγαλύτερων ανθρώπων συζητούσαν και γελούσαν δυνατά. Μοναχικοί μουσικόφιλοι μελετούσαν το πρόγραμμα της Στέγης, μια γυναίκα σε αναπηρικό καρότσι, μια ομάδα μαθητών σχολείου. Πουθενά ο Αλέξης… Έτρωγε με τα μάτια της κάθε νέο άντρα που του έμοιαζε. Καμία ανταπόκριση…
«Θάλεια!...»
Γύρισε απότομα. Μπροστά της στεκόταν ο… Μίλτος! Φορούσε το καλό του πουκάμισο, εκείνο που του είχε χαρίσει εκείνη στα προηγούμενα γενέθλιά του. Έχασε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της… Η Στέγη κουνιόταν ολόκληρη. Οι φίλοι της Αναγεννησιακής Μουσικής πήγαιναν πέρα-δώθε, σαν παρασυρμένοι από νοερό μαδριγάλι.  Ίσως όμως να έφταιγε που έτρεμε εκείνη. Μα βέβαια…  Έτσι εξηγείται ο εξαφανισμένος Καβάφης τις προάλλες…. Είχε φάει όλο το σπίτι ψάχνοντας και τον είχε βρει κάτω από το μαξιλάρι του Μίλτου.  Και το ραδιόφωνο κολλημένο στο Τρίτο Πρόγραμμα μια-δυο φορές τώρα τελευταία. Από πού κι ως πού Musica reservata ο Μίλτος… Με τίποτα όμως δεν είχε πάει το μυαλό της… Η Θάλεια είχε απομείνει άφωνη. Παρατεταμένη παύση, τέσσερα ολόκληρα μέτρα, σε μοτέτο. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει, να κλάψει ή να θυμώσει. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, μια φωνή από το μεγάφωνο ανήγγειλε την έναρξη της συναυλίας.

4 σχόλια:

leona είπε...

!!!!!!!!!!!!!!!!!

Ρεγγίνα είπε...

Όπως ο αφηρημένος που ψάχνει τα γυαλιά του ενώ τα φοράει..!

Poet είπε...

Όπως πάντα καλογραμμένο το διήγημα και σοφός ο Μίλτος. Πρόλαβε εκείνο που έβλεπε να έρχεται με χίλια.

misoagnosti είπε...

Τα επόμενα δεν ξέρω αν θα προλάβει...
:P