Σελίδες

15.7.13

Αγριολούλουδο σε ηλιοκαμένη πλάτη


    Για τον καθένα, ελευθερία σημαίνει κάτι διαφορετικό· θα μπορούσαν να είναι λόγια μεγάλου φιλοσόφου, είναι όμως φράση από διαφήμιση της  Τράπεζας Πειραιώς, με την υπογράμμιση «σταθερή γιατί κινείται». Ελεύθερη μου φαίνεται μόνο η θάλασσα· κατά σύμπτωση κι αυτή κινείται. Αν μπορούσε, θα έφευγε μακριά, να γλιτώσει από τις ορδές των βαρβάρων του Σαββατοκύριακου. Οι φετινοί βάρβαροι είναι ζωγραφισμένοι· από πάνω μέχρι κάτω· Tatoo you· το εξώφυλλο των Rolling Stones τώρα και σε ολόσωμες εκδόσεις, για άνδρες και γυναίκες, σε πολλά νούμερα. Αετοί και γεράκια, κεραυνοί κι αστραπές, λουλούδια και άλογα. Κάποιος έχει χτυπήσει ένα μεγάλο σφυροδρέπανο στο μέρος της καρδιάς. Και φράσεις· μεγάλες και μικρές φράσεις, λέξεις χωρίς τελειωμό· ονόματα, στίχοι, συνθήματα, η νέα γενιά των ανθρώπων Moleskine είναι εδώ. Δεν χρειάζεται πια βιβλίο ή εφημερίδα στην παραλία. Μπορείς να διαβάζεις τον γείτονα της διπλανής ξαπλώστρας. Άδικα κουβαλάω μαζί και βιβλίο και εφημερίδα και βασανίζω τον ιδεοψυχαναγκαστικό εαυτό μου, με ποιο ν’ αρχίσω. 
         Με την πρώτη ματιά, η εφημερίδα του Σαββάτου φαίνεται αποκρουστική. Ουδέν κρυπτόν από την Εφορία. "Φτου, ξελευθερία" και βγαίνει να μας κατασπαράξει. Καινούριος μηχανισμός φορολογικής παρακολούθησης. Ξέρω τι έκανες πέρσι το καλοκαίρι. Αλλάζω σελίδα. Δεν θέλω να μάθω, τουλάχιστον όχι μέχρι να ισχύσει στ’ αλήθεια. Μόνο φωτογραφίες θα βλέπω. Να ο Τσίπρας με τον Γλέζο· ο ένας κοιτάει την Ανατολή κι ο άλλος τη Δύση. Τυχαίο, σκέφτομαι· ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πια συνισταμένη. Στην επόμενη σελίδα, ο Βενιζέλος τσουγκρίζει ρακές με δεσποτάδες του Ηρακλείου. Άλλοι 12.500 χιλιάδες για το δεύτερο κύμα διαθεσιμότητας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Στουρνάρας ντυμένοι σαν δίδυμα, με σχεδόν ίδιο κοστούμι και πανομοιότυπη γραβάτα και με το ίδιο αυστηρό ύφος, κοιτάζουν κάπου εκτός εφημερίδας. Στη διπλανή σελίδα οι σχολικοί φύλακες και οι δημοτικοί αστυνομικοί διαδηλώνουν «με παλμό», όπως λέει η εφημερίδα· ο ίδιος παλμός που επιτρέπει στα σχολεία τους γεμάτους άθλια γκράφιτι τοίχους και τις ρημαγμένες αίθουσες και στους δήμους την παράνομη στάθμευση και τα γεμάτα περιττώματα σκύλων πεζοδρόμια. Μάστιγα οι αργοί ρυθμοί της Δικαιοσύνης. Δεν τους μαστιγώνουν όλους το ίδιο, ευτυχώς. Μαστιγώθηκε ο Σακκάς προκαταβολικά, αλλά ο εθνικός μας Λάκης είναι πάλι ελεύθερος. Ευτυχώς· δεν αντέχεται  να πέφτουν τα σύμβολά μας το ένα μετά το άλλο.
                Βαρέθηκα. Η γρανίτα στο ποτήρι δεν λέει να λιώσει. Γι’ αυτό τη χρεώνουν τέσσερα ευρώ· φαίνεται ότι θα κρατήσει μέχρι το βράδυ. Από μπροστά μου περνάει μια ηλιοκαμένη πενηντάρα με brazilian μαγιό και greek γλουτούς. Thong είναι, όχι brazilian, με διορθώνει η Έλλη.  Στη λαδωμένη πλάτη της ίδιας γυναίκας γυαλίζει ένα λουλούδι, όχι μεγάλο, ούτε συνηθισμένο, όπως λέμε τριαντάφυλλο, γαρύφαλλο. Μάλλον αγριολούλουδο του βγήκε του καλλιτέχνη, σκέφτομαι. Πιάνω το βιβλίο μου. Παύλος Νιρβάνας:  «Το αγριολούλουδο».
[…]
Οι κήποι των Πατησίων μοσχοβολούσαν, το ανοιξιάτικο εκείνο πρωί, από το άνθισμα των νέων ρόδων. Ο Άλκης, μονάχος στη βεράντα του μικρού εξοχικού του σπιτιού, ήτανε ξένος στη μεγάλη απριλιάτικη γιορτή, που οργίαζε γύρω του σε ουρανό, γη και αέρα.

                Για τον καθένα ελευθερία σημαίνει κάτι διαφορετικό. Σωστά μιλάει η Τράπεζα Πειραιώς. Αυτή τη στιγμή, μου φαίνεται ότι ελευθερία είναι να φεύγεις από τούτη την πολυσύχναστη παραλία του Ιουλίου 2013 και να βρίσκεσαι σ’ έναν ολάνθιστο κήπο στα Πατήσια, έναν Απρίλη κάπου εκατό χρόνια πριν.


Παντελής Μπουκάλας: Οι κόθορνοι και οι κυβιστήρες της πολιτικής σκηνής

   

     Αν τα ονόματα έχουν να μας πουν κάμποσα πράγματα εφόσον τα επισκεφθούμε με προσοχή και μέθοδο, τα παρατσούκλια ίσως μας λένε περισσότερα. Ενώ το επίσημο όνομα κάποιου μπορεί να μην ανταποκρίνεται στη σωματική, ψυχική ή πνευματική πραγματικότητα του φέροντος και να προκαλεί ακόμα και γέλιο, όταν η αναντιστοιχία είναι κραυγαλέα, το παρατσούκλι συνήθως πάει γάντι στον εκάστοτε «τυχερό». Ο «νουνός» του, κάποιος συγγενής, συγχωριανός, περιστασιακός εχθρός, επαγγελματικός αντίζηλος ή κομματικός άσπονδος φίλος, σκέφτεται πολύ πριν του αποδώσει το φαιδρό τις περισσότερες φορές παρανόμι, που αποκαλύπτει την κρισιμότερη πτυχή του χαρακτήρα του.

     Υπάρχουν παρατσούκλια τόσο επιτυχημένα που φθονείς τη φαντασία, το χιούμορ και την ευρηματικότητα του ονοματοδότη. Ακόμα και τα ψευδώνυμα των λογοτεχνών, προϊόντα ναρκισσισμού ενίοτε, ωχριούν μπροστά τους, γιατί με τα λαϊκά παρατσούκλια συμβαίνει ό,τι περίπου και με τα δημοτικά τραγούδια: Αν δεν τα λειάνει και δεν τα επικυρώσει η κοινότητα διά της χρήσεως, ξεχνιούνται ταχύτατα, ως μη ειπωμένα. Στα χωριά με τα λίγα οικογενειακά ονόματα και τα μικρά που επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά, λόγω της τήρησης των πατροπαραδότων, οι μισοί αναγνωρίζονται χάρη στο παρατσούκλι τους. Αρκετά συχνά μάλιστα συστήνονται οι ίδιοι με αυτό, αφού με τα χρόνια το συνήθισαν, ταυτίστηκαν μαζί του και δεν τους βαραίνει.

   Υποθέτω πως η συνήθεια αυτή είναι οικουμενική, σίγουρα πάντως υπήρξε και αρχαιοελληνική. Ενα από τα πιο καίρια αρχαία παρανόμια που δεν θα πάψει ποτέ να έχει αντίκρισμα στην πολιτική μας ζωή, όσο αυτή διατηρεί τα χούγια της, είναι το «κόθορνος». Οι κόθορνοι, το ξέρουμε, ήταν πολύ υψηλά υποδήματα. Τα φορούσαν οι ηθοποιοί στις τραγωδίες, όταν υποκρίνονταν ηρωικά πρόσωπα ανδρών ή γυναικών. Οι ευμεγέθεις πάτοι τους χρησίμευαν για να προσθέτουν ύψος στον υποκριτή, άρα και μεγαλοπρέπεια. Επειδή λοιπόν οι κόθορνοι ταίριαζαν και στο δεξί πόδι και στο αριστερό, αδιακρίτως, το όνομά τους, εξηγεί το λεξικό Λίντελ - Σκοτ, «κατήντησεν κωμικόν επώνυμον του εις κάθε περίστασιν προσαρμόζοντος εαυτόν ή του άνευ χαρακτήρος και ωρισμένων αρχών ανθρώπου». Είχαν σκαρώσει μάλιστα και παροιμία οι αρχαίοι, για να στολίζουν τους καιροσκοπικότερους των καιροσκόπων, αποκαλώντας τους χλευαστικά «ευμεταβαλωτέρους κοθόρνου».

       Ο πρώτος, ο αυθεντικός Κόθορνος, ήταν ο Θηραμένης, Αθηναίος ολιγαρχικός πολιτικός του 5ου αιώνα π.Χ., ένας από τους Τριάκοντα Τυράννους (ο υπ’ αριθμ. 2 σε δύναμη) και στρατηγός στα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Οι αλλεπάλληλοι αναπροσανατολισμοί του, από τους ολιγαρχικούς στους δημοκρατικούς και τούμπαλιν, τον οδήγησαν τελικά στον διά κωνείου θάνατο. Κόθορνο τον βάφτισε ο Κριτίας, ο ισχυρότερος των Τριάκοντα, που σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής επιτέθηκε στον κατά τα λοιπά φίλο και σύμμαχό του εξαπολύοντας καταπάνω του δριμύτατο κατηγορητήριο, βασισμένο σε λίγες αλήθειες και μπόλικα ψέματα. Σίγουρα δικαιολογείται κάθε επιφύλαξη για τον πραγματικό χαρακτήρα του Θηραμένη, καθώς και η υποψία πως έπεσε θύμα συκοφαντίας επειδή οι Τριάκοντα έκριναν ότι αποτελούσε εμπόδιο για τις αυθαιρεσίες τους («Οι δ’ εμποδών νομίζοντες αυτόν είναι τω ποιείν ό,τι βούλοιντο»). Τη συμπεριφορά του πάντως την έσκωπτε και ο δημοκρατικός Λυσίας, αποκαλώντας τον «καιροσκόπο».
   
       Το κατηγορητήριο του Κριτία το κατέγραψε ο Ξενοφών στα «Ελληνικά». Κι είναι μιας κάποιας μορφής τραγική ειρωνεία ν’ ακούς τον ωμό αρχιτύραννο να δοξάζει την ηθική και να καταδικάζει την ιδιοτέλεια, όταν ξέρουμε ότι η μοναδική του «ηθική» ήταν η εξουσία και μόνος του στόχος η εξόντωση του Θηραμένη, πριν προλάβει να σηκώσει κεφάλι και απειλήσει το δικό του. «Μόλο που από την αρχή τον τίμησε η δημοκρατική παράταξη εξαιτίας του πατέρα του, του Αγνωνος», λέει ο Κριτίας. «αυτός υποστήριξε μ’ ενθουσιασμό την ανατροπή της δημοκρατίας από τους Τετρακοσίους και στάθηκε ένα από τα σημαντικότερα στελέχη τους. Μόλις όμως κατάλαβε ότι οργανωνόταν κάποια κίνηση κατά της ολιγαρχίας, πάλι πρώτος βρέθηκε επικεφαλής των δημοκρατικών εναντίον τους. Νά γιατί, καθώς ξέρετε, τού ’χουν βγάλει το παρατσούκλι “κόθορνος”» (μτφρ. Ρόδης Ρούφος, «Ωκεανίδα», 2000). Και αναρωτιέται τάχα ο Κριτίας, ενώ έχει ήδη αποφασίσει: «Οστις γε μην φανερός εστι του μεν πλεονεκτείν αεί επιμελόμενος, του δε καλού και των φίλων μηδέν εντρεπόμενος, πώς τούτου χρή ποτε φείσασθαι;» Δηλαδή, «τι επιείκεια χρωστάμε σ’ έναν άνθρωπο που ολοφάνερα κι αδιάκοπα φροντίζει το δικό του συμφέρον, αδιαφορώντας ολότελα για την ηθική και για τους φίλους του;» Την απάντηση την έδωσε το κώνειο.

      Συνοψίζοντας εμμέτρως τον Ξενοφώντα, ο Ιωάννης Τζέτζης, Βυζαντινός λόγιος του 11ου αιώνα, παραδίδει το πορτρέτο του αιώνιου τυχοδιώκτη: «Ο Θηραμένης μαθητής υπήρχεν Ευριπίδου, / δόλιος, πανουργότατος, ένθεν κακείθεν ρέπων, / όθεν αυτόν και κόθορνον εκάλουν επωνύμως. / Κόθορνος δε καθέστηκεν είδος υποδημάτων, / αριστεροίς και δεξιοίς ποσί προσαρμοττόντων, / ανδράσι τε και γυναιξίν ωσαύτως αρμοδίων. / Ούτος επί τριάκοντα τυράννων υπηργμένος, / ποτέ τούτους ηρέθιζε κατά των Αθηναίων, / ποτέ τους Αθηναίους δε πάλιν κατά τυράννων, / φίλος ομού τε και εχθρός υπάρχων αμφοτέροις».

     Αιώνες πολλούς λοιπόν πριν από τον ήρωα του καβαφικού ποιήματος «Ας φρόντιζαν» που δεν είχε κανένα πολιτικό ή ηθικό πρόβλημα να πολιτεύεται με σημαία την ιδιοτέλειά του, ο «Κόθορνος» άνοιξε έναν δρόμο που τον ακολούθησαν αμέτρητοι πολιτευόμενοι, που αλλάζουν κόμμα, αρχές, ιδέες, στάση κατά τους ανέμους του συμφέροντος. Θα μπορούσαμε να τους αποκαλούμε κοθόρνους όλους αυτούς. ΄Η κυβιστήρες, όπως ονόμαζε ο Ομηρος τους ειδικούς της τούμπας που εμφανίζονταν επί πληρωμή στα συμπόσια. Ή γυριστρούληδες, αφού το πολιτικό τους πιστεύω έχει ένα μόνο άρθρο: «Φεύγω, γυρνάω, ξαναφεύγω και ξανάρχομαι». Προσοχή όμως: Οταν φεύγω, καταγγέλλω δριμύτατα τους πριν συντρόφους μου και ιδίως τον αρχηγό. Οταν επιστρέφω, δοξολογώ τον αρχηγό στα όρια της αυτογελοιοποιήσεως. Οταν ξαναφεύγω, βάζω πάλι την κασέτα της καταγγελίας. Κ.ο.κ. Το μόνο πρόβλημα, μην μπερδευτούν οι κασέτες. Α, υπάρχει και δεύτερο πρόβλημα: Να μην τους έχει πλήξει όλους το Αλτσχάιμερ και μερικοί να θυμούνται τα λόγια μου και τα γραπτά μου («Εγώ; Ποτέ!») και να τα ψάξουν στο Διαδίκτυο. Καταραμένο Ιντερνετ με τις φωτιές που μας ανάβεις. Φωτιά να πέσει να σε κάψει κι εσένα.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (15-7-13)