Σελίδες

27.10.11

To κούρεμα


       Τον ενοχλούσε το κεφάλι του. Δεν φτάνει που δεν είχε μαλλιά, κι αυτά τα λίγα που του είχαν μείνει, είχαν πάρει να ασπρίζουν. Το ίδιο και το μουστάκι. Του φαινόταν ότι έμοιαζε γέρος πια. Όσο κι αν ξημεροβραδιαζόταν στα γυμναστήρια το χειμώνα, όσο κι αν έκανε θαλάσσια σπορ το καλοκαίρι, μόνο το σώμα του διατηρούσε νεανικό. Το πρόσωπό του ήταν πρόσωπο γέρου. Το είχε παρατηρήσει και ο γιος του πρόσφατα. Έλειπε το παιδί, φαντάρος, και γυρίζοντας, σε μια άδεια, τρόμαξε που τον είδε.
     Είχε αποφασίσει να κάνει κάτι γι’ αυτό. Του είχαν πει για ένα φημισμένο κομμωτήριο. Έπρεπε να κλείσει ραντεβού μήνες πριν. Σαν τους καρδιοχειρουργούς.
    Περίμενε με αγωνία την ημέρα. Ανήμερα του Αι-Δημήτρη. Ξύπνησε πολύ πρωί. Ξυρίστηκε. Μπανιαρίστηκε. Διάλεξε ένα πουκάμισο σε απαλό γαλάζιο και μια κατακόκκινη μεταξωτή γραβάτα, να ταιριάζουν με το καλό μπλε κοστούμι του. Φίλησε τη γυναίκα του και μπήκε στο υβριδικό του αυτοκίνητο. Σκέφτηκε να πάει με το ποδήλατο, αλλά δεν ήξερε τι εντύπωση θα έδινε. Πρώτη φορά πήγαινε σε τόσο καλό κομμωτήριο.
    Η διαδρομή ήταν σύντομη. Δεν είχε κίνηση. Όταν λείπουν από τον δρόμο ταξί και λεωφορεία, ανασαίνει η κυκλοφορία. Ιδιαίτερα όταν οι περισσότεροι απεργούν και δεν έχουν να μετακινηθούν στις δουλειές τους. Πάρκαρε το αυτοκίνητο έξω από τη διεύθυνση που του είχαν δώσει. Κομμώσεις Άντζελα-Χριστίνα. Σωστά. Αυτό ήταν. Μπήκε μέσα με κομμένη την ανάσα. Είχε ζητήσει να είναι το πρώτο ραντεβού. Ήταν πρόσωπο σημαίνον και ήθελε εχεμύθεια.
    Το κομμωτήριο θύμιζε μουσείο. Κάτι σαν το Λούβρο. Ψηλοτάβανο, με δερμάτινες πολυθρόνες και έναν πολυέλαιο στη μέση της οροφής. Μουσική ακουγόταν απαλά. Βάγκνερ από τις «Βαλκυρίες». Οι δύο γυναίκες τον υποδέχτηκαν με συγκρατημένη ευγένεια. Του συστήθηκαν.
Άντζελα.
Χαίρω πολύ, Γιώργος.
Χριστίνα.
Χαίρω πολύ, Γιώργος.
Κάτι του θύμιζαν και οι δυο τους, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί τι.
Η Άντζελα τον έβαλε να καθίσει στον λουτήρα. Φορούσε ένα κοστούμι σαν το δικό του και είχε τα μαλλιά της βαμμένα καστανά και κομμένα κοντό καρέ. Του πέρασε στο λαιμό μια λευκή πετσέτα και άρχισε να τον λούζει με απαλές κυκλικές κινήσεις, κάνοντας μασάζ στο δέρμα του κρανίου του. Το σαμπουάν μύριζε περίεργα.
Είναι από λάδι ελιάς, ελληνικό, του εξήγησε η Άντζελα.
Καταπραΰνει τους ερεθισμούς και κάνει λαμπερή την τρίχα.
Και..το δέρμα, συμπλήρωσε με κάποιο δισταγμό.
Μετά ήρθε η σειρά της Χριστίνας.
Τον ρώτησε πώς ήθελε να τον κουρέψει.
Ήταν ξερακιανή, με κοντό ολόλευκο μαλλί. Σκέφτηκε πως προτιμούσε την Άντζελα.
Της είπε ότι ήθελε να φαίνεται το μαλλί του περισσότερο. Πιο πυκνό.
Τότε να κόψουμε τα μισά, του πρότεινε η Χριστίνα.
Μας πώς θα φαίνονται περισσότερα, αν τα κόψουμε;
Δεν τόλμησε να ρωτήσει την απορία του. Κι ας του έλεγαν όλα τα χρόνια οι δάσκαλοι και οι καθηγητές του να ρωτάει πάντα, όταν δεν καταλαβαίνει.
Η Χριστίνα έκοβε, έκοβε και πέταγε. Όχι κάτω, όπως συνήθως στα κομμωτήρια. Σε έναν κάδο σκουπιδιών από πλεξιγκλάς.
Τέλειος, του είπε ενθουσιασμένη.
Μα τώρα είμαι χειρότερος από πριν, διαμαρτυρήθηκε με τρεμάμενη φωνή εκείνος. Δεν έχω καθόλου μαλλιά. Ούτε σε δέκα χρόνια δεν θα ξαναγίνουν όπως ήταν.
Αυτό είναι αλήθεια, του είπαν με ένα στόμα και οι δυο γυναίκες.
Πώς θα εμφανιστώ τώρα; Θα με δείχνουν με το δάχτυλο.
Θα τους κόψεις τα δάχτυλα, του πρότειναν οι δυο γυναίκες πάλι με ένα στόμα.
Καλή ιδέα, το ξανασκέφτηκε κι εκείνος.
Χαιρέτησε τις δύο γυναίκες. Θα πλήρωνε το κούρεμα με δόσεις, από τον άλλο μήνα.

25.10.11

Ταξίδι στον αέρα


       Όλες τις φορές που έχω πάει στο αεροδρόμιο είναι για να ταξιδέψω η ίδια ή για να υποδεχθώ κάποιον που έρχεται. Σήμερα ήταν για ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό. Το περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ σε συνεργασία με το «Ελ. Βενιζέλος» διοργάνωσε διαγωνισμό διηγήματος στα ελληνικά και στα αγγλικά με θέμα «Ταξίδι στον αέρα». Σήμερα ήταν η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Πήγα όχι με την προσμονή διάκρισης, αλλά περισσότερο γιατί ήθελα να δω τη διαδικασία, να βρεθώ στον ίδιο χώρο με συγκάτοικους στην ίδια τρέλα και να ακούσω τι έχουν να πουν για μας άνθρωποι καταξιωμένοι στο χώρο της λογοτεχνίας. Την κριτική επιτροπή αποτελούσαν ο Θανάσης Βαλτινός, ο Κώστας Μουρσελάς, η Αμάντα Μιχαλοπούλου, ο Γιώργος Ξενάριος και η Αργυρώ Μαντόγλου.

      Περίπου 450 ήταν οι συμμετοχές. Ολόκληρο χωριό επίδοξων συγγραφέων. Χάζευα έναν-έναν τους συμμετέχοντες. Κάποιοι, όπως εγώ, είχαν έρθει μόνοι τους. Ένας νεαρός, διαγωνίως μπροστά μου, είχε βγάλει ένα σημειωματάριο που ήταν γεμάτο ομορφογραμμένες αράδες . Ήμουν μακριά και δεν μπορούσα να εξασκήσω το λατρεμένο μου χόμπι της λαθρανάγνωσης. Πάντως ήταν πολύ συμπαθής μες στην έκδηλη αγωνία του. Λίγο πιο μακριά από την άλλη πλευρά, μια γυναίκα στην ηλικία μου με ένα μωρό στην αγκαλιά. Το μαλλί της βαμμένο το πάνω μισό κατάλευκο και το υπόλοιπο κάτω κατάμαυρο. Η Κρουέλα ντε Βιλ της λογοτεχνίας. Δίπλα μου ένα ζευγάρι από πολύ νέα παιδιά. Αναρωτήθηκα ποιος από τους δυο γράφει. Μπορεί και οι δυο. Υπήρχαν και άνθρωποι μεγάλης ηλικίας.

       Την εκδήλωση άνοιξε ο εκδότης του ΔΙΑΒΑΖΩ με μια σύντομη εισήγηση και άρχισε η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Δόθηκαν τρία βραβεία και ένας έπαινος σε διηγήματα γραμμένα στα ελληνικά και ένα βραβείο σε διήγημα στα αγγλικά. Η Κατερίνα Διδασκάλου και ο Άρης Σερβετάλης διάβαζαν αποσπάσματα από τα διακριθέντα διηγήματα και ακολούθως ανακοινωνόταν το όνομα του συγγραφέα. Εκ των υστέρων καταλαβαίνω ότι οι νικητές του διαγωνισμού πρέπει να είχαν ειδοποιηθεί για το ευτυχές γεγονός, αφού οι δύο πρώτες νικήτριες είχαν έρθει με τις οικογένειές τους και με κατάλληλο για την περίσταση ένδυμα. Ο Κώστας Μουρσελάς έκανε τη διαπίστωση ότι η συμμετοχή των γυναικών ήταν μεγαλύτερη και καλύτερη και πρότεινε να κυβερνήσουν τη χώρα γυναίκες.
    
    Τα δύο από τα τέσσερα ελληνικά διηγήματα και το αγγλικό διήγημα-ή τουλάχιστον τα αποσπάσματα που ακούστηκαν-μου φάνηκαν εξαιρετικά. Βοήθησε και η εξαίσια απαγγελία της Κατερίνας Διδασκάλου. Καθένας στο είδος του και οι ηθοποιοί στην απόδοση του λόγου. Ο Σερβετάλης μου φάνηκε αδιάφορος.
     
       Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με χαιρετισμούς από υψηλόβαθμα στελέχη του Αεροδρομίου και της Aegean Airlines. Μία από τις κυρίες συνεχάρη «τους βραβεύσαντες και τους μη βραβεύσαντες» (sic), κατοχυρώνοντας τα πνευματικά δικαιώματα της γκάφας της ημέρας. Οι μη βραβεύσαντες άρχισαν να αποχωρούν μουρμουρίζοντας την ατάκα κοροϊδευτικά. Κάποιοι στάθηκαν για ένα ελαφρύ γεύμα.
 
       Έφυγα με καλή διάθεση. Ήταν πολύ θετική η αίσθηση όλων αυτών των ανθρώπων που ξημεροβραδιάζονται πάνω από γραμμένες και άγραφες σελίδες, σκαλίζοντας τα σωθικά τους και τσαλακώνοντας φανταστικούς ήρωες. Και μάλιστα σε έναν καιρό όπου άλλοι μεμψιμοιρούν από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί, αναλώνονται σε μικροπολιτικές συζητήσεις εν τω μέσω του ναυαγίου και παράλληλα συνεχίζουν τις γνώριμες νεοελληνικές τακτικές. Όχι, όλοι εμείς εκεί, μπορεί να είμαστε λίγο «βαρεμένοι», αλλά με τρόπο έντιμο και δημιουργικό. Δεν πειράζει που ο δικός μου ήρωας δεν ήταν ανάμεσα στους «βραβεύσαντες». Μυαλό πειραγμένο, ζωή μισερή, πώς να τα καταφέρει και σε διαγωνισμούς… Όμως η συμμετοχή ήταν μια όμορφη εμπειρία. Μακάρι να συνεχίσουν να υπάρχουν βιβλία και άνθρωποι που να τα διαβάζουν και να τα γράφουν.

Γιάννης Βαρβέρης: Οι γραβάτες των πεθαμένων


Καλά οι γυναίκες∙ κάνουνε παιδιά.
Οι άντρες
να φοράτε τις γραβάτες των πεθαμένων.
Ο παππούς ο πατέρας ο θείος
θά'ζησαν κι αυτοί μπόλικες μόδες:
φαρδιές στενές μεταξωτές γραβάτες
όταν καταλαγιάσει ο πόνος
κάποιες δε θα βρεθούν να σας πηγαίνουν;
Γιατί για μιαν αγάπη ζούμε σ' αυτή τη ζωή
την περιμένουμε χρόνια
και μόνο αυτοί που έχουν πεθάνει μας αγάπησαν
κι αλίμονο αν δεν έχουμε στενή επαφή μαζί τους
αν δεν μπορέσουν κάποτε που πολύ
πολύ θα τους έχουμε λείψει
να σφίξουν τη γραβάτα τους
στο λαιμό μας.

Από τη συλλογή "Ο θάνατος το στρώνει" (1986)

21.10.11

Τατουάζ με λέξεις


Αν είχε σκούφια
θα βάσταγε από πολύ μακριά
είχε όμως μόνο
ένα τριμμένο σακάκι
ένα χιλιοπαθημένο τζην
και ένα κορμί γεμάτο λέξεις
γραμμένες με άσβηστο μελάνι
ΟΛΓΑ και ΜΑΡΙΑΝΝΑ
η μια του είχε κάψει την καρδιά
η άλλη τις φλέβες
και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
η μόνη που ξέμεινε επάνω του
μαζί με την κακιά αρρώστια στα πνευμόνια
που τον έκανε να φτύνει νύχτα-μέρα
την ψυχή του σε ματωμένα κομμάτια


Δεν τον ένοιαζε που έμενε
στα σκουπίδια
έτσι κι αλλιώς
εκεί έμεναν όλοι πια
ήταν το βλέμμα τους
που τον ένοιαζε
μισό, στεγνό και βιαστικό
να μη σταματάει πουθενά
ούτε στις λέξεις
ΟΛΓΑ και ΜΑΡΙΑΝΝΑ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
ούτε στο πέος του
παραγεμισμένο με παραφίνη
και καμαρωτό σαν ταριχευμένο γεράκι


Δεν ήταν όμως μακριά
η μέρα που όλοι
θα μιλούσαν γι’ αυτόν
με τρόμο
με πόνο
με αίμα
και θα πρόσεχαν
τη γραμμένη φράση
στο μέρος της καρδιάς του
ΚΑΛΩΣΗΛΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ.