Σελίδες

29.8.11

Mίλτος ο κολυμβητής


Μια Κυριακή των κολυμβητών
ο Μίλτος
λυκόσκυλο σαλονιού
χωρίς ψύλλους
χωρίς φίλους
τάραξε με μια βουτιά
τα νερά
της οικογενειακής παραλίας
εξοργίζοντας
τις ξαπλώστρες, τις ομπρέλες
και τα πλαστικά ψυγεία
με τη φορητή τροφή.

Σάλος ξέσπασε στην παραλία
σηκώνοντας πολυώροφο κύμα
μόνο όταν ο Μίλτος
έπαψε να φαίνεται
ηρέμησαν τα πνεύματα
και επανέλαβαν
την αντιηλιακή επάλειψη.

Τότε ξαναπέρασε
και ο Πακιστανός
με τις ρακέτες-κεραυνούς
που έκαιγαν όλα τα έντομα
έπιασε το πόδι του Μίλτου
που εξείχε αθόρυβα
από το ολοζώντανο νερό
«Καημένο σκυλάκι»
σχολίασαν τριγύρω του
οι κολυμβητές
που ετοιμάζονταν
να βουτήξουν
στα οικογενειακά νερά
της ζεστής
απογευματινής
θάλασσας.

24.8.11

Σημειώσεις για το καλοκαίρι που φεύγει


     Φέτος το καλοκαίρι ήμουν τον περισσότερο καιρό χωρίς internet. Από επιλογή, έτσι σαν αποτοξίνωση. Με πολλά βιβλία και ακόμα περισσότερη θάλασσα. Για την ακρίβεια με βιβλία στη θάλασσα. Θάλασσα, καφές και το βιβλίο μου, η πεμπτουσία των διακοπών για μένα. Μου φάνηκε ότι και αυτή η κυρία Μποβαρί πασαλειμμένη με αντιηλιακό κάτω από την ομπρέλα, μετάνιωνε που φαρμακώθηκε για έναν άντρα, βλέποντας το γαλάζιο νερό και τα παιδάκια που έπαιζαν χαρούμενα. Ίσως να ζήλευε κιόλας τη διπλανή κυρία με το μπρούτζινο μαύρισμα, το κορμί που φανέρωνε ατέλειωτες ώρες ιδρωκοπήματος πάνω στο ελλειπτικό μηχάνημα και το λευκό σύνολο Αρμάνι με την ασορτί τσάντα θαλάσσης.
   Τη λυπήθηκα και δεν την ξαναπήρα στην παραλία, μέχρι που έσβησε από το αρσενικό, στα χέρια των γιατρών της εποχής της. Άλλαξα βιβλίο. Έπιασα το «10» του Καραγάτση. Πλειάδα χαρακτήρων χωρίς τελειωμό, γεγονότα πολλές φορές διασκεδαστικά, αντιπροσωπευτικά μιας αθώας εποχής που έφυγε ανεπιστρεπτί. Έπαιρνα το βιβλίο μαζί μου και στις εφημερίες. Όταν η δουλειά έχει μαζευτεί, κάπου εκεί στις μικρές ώρες της επόμενης ημέρας, διαβάζω καμιά σελίδα πριν κοιμηθώ. Να ήταν σύμπτωση ότι σε όσες εφημερίες είχα μαζί μου το «10», συνέβησαν ένα σωρό απρόοπτα μέχρι το πρωί; Να ήταν άσχετο ότι το «10» ήταν το τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα; Ότι δεν πρόλαβε να το τελειώσει, αλλά τελείωσε ο ίδιος γράφοντάς το; Δεν είμαι προληπτική, αλλά για καλό και για κακό δεν το ξαναπήρα μαζί μου σε εφημερία.
    Αυτό το καλοκαίρι έκανα στον εαυτό μου ένα μεγάλο δώρο. Ένα ακριβό μήλο: το i-pad της Apple. Είναι ένα κομψοτέχνημα: ελαφρύ, λεπτό σαν ηλεκτρονική κορνίζα και με πολλές δυνατότητες. Παίζει μουσική και χωράει χιλιάδες μουσικά κομμάτια, πιάνει ραδιόφωνο, μπαίνει στο internet, στέλνει emails, βγάζει και επεξεργάζεται φωτογραφίες και χωράει μεγάλο φωτογραφικό αρχείο, χωράει χιλιάδες σελίδες άρθρων και βιβλίων, έχει πολλές εφαρμογές: λεξικά, θερμιδομετρητή, παιγνίδια, οδηγούς μαγειρικής, χάρτες και ό,τι άλλο μπορεί να επιθυμήσει ένας απαιτητικός χρήστης. Μέχρι και οδηγό σεξ με στάσεις διαθέτει: πηγαίνετε στο κρεβάτι με τον καλό σας ή την καλή σας και το ipad, βάζετε την αγαπημένη σας μουσική, παίρνετε ιδέες για στάσεις και αν θέλετε τραβάτε και καμιά φωτογραφία με φακό κανονικό, καλειδοσκοπικό, θερμικό ή άλλο… Μειονέκτημα: ο δύσκολος τρόπος εισαγωγής των αρχείων. Πρέπει να συγχρονίζεις το ipad με κάποιον υπολογιστή, μέσω του λογισμικού itunes. Πάντα καμάρωνα για την ικανότητά μου με τα μηχανήματα, αλλά με το ipad μου έφυγε η μαγκιά…
    Τι άλλο να σας σταχυολογήσω από το καλοκαίρι που μόλις φεύγει; Την απώλεια του Νίκου Θέμελη, τόσο από τα γράμματα όσο και από την πολιτική, την ελονοσία που ενέσκηψε ξανά στην πατρίδα μας, αλλά πέρασε απαρατήρητη ένεκα της λάμψης του ιού του Δυτικού Νείλου, τον πρόωρο μεν, αναμενόμενο δε, χαμό της Amy Winehouse, τη διπλή τραγωδία στη Νορβηγία, τη φάλαινα που βολόδερνε στο γειτονικό μας Πόρτο-Γερμενό; Το απόλυτα απωθητικό-όχι μόνο για τα έντομα, αλλά ελπίζω και για αρκετούς ανθρώπους-φονικό gadget: τη ρακέτα με τον κεραυνό που καίει τα έντομα. Ανατριχιαστικό ως ιδέα και ως εφαρμογή αυτής, κακόγουστο και ίσως επικίνδυνο.
    Δεν θα πω για τη φετινή Αυγουστιάτικη πανσέληνο. Όχι ότι δεν αγαπώ τον Αύγουστο-είναι ο μήνας των γενεθλίων μου, διάολε-ούτε ότι δεν μου αρέσει το φεγγάρι-το ασήμι του μου προκαλεί μια διάθεση διαρκούς ονειροπόλησης. Όμως αυτή η ετήσια υστερία των ΜΜΕ που επιτακτικά προτείνουν την απόλαυση της ακέραιης σελήνης στους απανταχού αρχαιολογικούς χώρους έχει καταντήσει άλλο ένα κλισέ του lifestyle. Βγήκαμε έξω με την πανσέληνο, όχι σε αρχαιολογικό χώρο, αλλά στο γνωστό μας ταβερνάκι. Δεν βλέπαμε φεγγάρι από εκεί, αλλά η βραδιά ήταν πανέμορφη. Ένα από τα προηγούμενα βράδια, μακράν της Πανσελήνου, τρώγαμε στη βεράντα μας στο Αλεποχώρι με καλή παρέα. Στη μέση του φαγητού, είδαμε να ανατέλλει από την απέναντι πλαγιά ένας μισός σεληνιακός δίσκος, λαμπερός, σαν χρυσό καράβι που ανέβαινε το βουνό. Μαγευτικό θέαμα έτσι απροειδοποίητα. Πραγματική αξία έχει η ίδια η στιγμή που περνά και χάνεται και όχι το περιτύλιγμά της…

15.8.11

Μίμης Σουλιώτης: Για το τελικό νυ

     Σε εκατομμύρια ανέρχονται οι αθώοι που έχουν βασανιστεί στον γραπτό λόγο με το τελικό νυ: να το βάλουν ή να μη; Και αμέτρητες μονάδες έχουν σπαταληθεί σε φαξ, ι-μέιλ και αγωνιώδη τηλεφωνήματα γραμματέων που είχαν ως θέμα την αναγραφή του επικατάρατου ή μη...


    Στον γραπτό λόγο τηρούμε βεβαίως τις συμβάσεις, αλλά στην περίπτωση που η γραμματική μάς δυσκολεύει, αφού στους αρχικούς κανόνες για την διατήρηση ή την απαλοιφή του τελικού νυ αναγκάσθηκε να επιφέρει μεταγενέστερες αλλαγές ή να επιτρέψει εξαιρέσεις όπως ότι στα κύρια ονόματα και στο αρσενικό του επιθέτου το διατηρούμε, π.χ. «τον Ξέρξη», «τον δικτυακό τόπο». Πέραν αυτού, η γραμματική εξαιρώντας συνιστά να γράφουμε λ.χ. «Δεν θέλω», άλλο δηλώνει όμως το «Δε θέλω» και άλλην ένταση προσδίδει το «Δεν θέλω», γι' αυτό και εκφωνούμε μετ' επιτάσεως το τελικό νυ όποτε επιθυμούμε να δώσουμε έμφαση στην άρνησή μας: στην προφορική χρήση του τελικού νυ είμαστε όλοι ίδιοι, παιδιά και ενήλικες, πανεπιστημιακοί και υδραυλικοί.

    Κατ' αρχήν και γενικώς το τελικό δεν υποφέρεται από το νεοελληνικό μας αφτί, όπως θαυμάσια το περιγράφει, ήδη από τον 19ο αιώνα, ο Ροΐδης: «Αλλά πάντα τα ανωτέρω είναι μικρά και ασήμαντα συγκρινόμενα προς την ανυπέρβλητον αηδίαν, την οποίαν προξενεί ο αδιάλειπτος εις το τέλος των λέξεων του ν κωδωνισμός. Γνωστόν είναι ότι ο νεώτερος Ελλην εις μόνους τους ιεροψάλτας συγχωρεί να μεταχειρίζωνται την μύτην ως όργανον μουσικόν, αλλ' ουδεμίαν ανέχεται εκτός της εκκλησίας ρινοφωνίαν. Η κατ' αυτής [= της ρινοφωνίας] αντιπάθεια είναι τοσαύτη, ώστε ή αποκόπτει [ο νεώτερος Ελλην] το τελικόν ν πάσης αιτιατικής λέγων "το γάμο, τη χαρά, τη θάλασσα, το Θεό" κ.τ.λ. ή το μεταθέτει πλειστάκις εις την αρχήν της επομένης λέξεως αρχομένης από φωνήεντος ή ψιλού, προφέρων "το Νοικοκύρη, το Νώμο, το Ντράγο, το Μπατέρα, τη Γκαρδιά μου" κ.τ.λ.» (Εμμ. Ροΐδης, «Η Δήθεν Ζημία»).

    Ο ίδιος καταλήγει πως είναι προτιμότερο να γράφουμε το τελικό νυ και ας το εκστομίζουμε ως πυρ κατά βούλησιν, μιμούμενοι «τας άλλας νεωτέρας γλώσσας, των οποίων ικανά γράμματα ποικίλως προφέρονται ή και τελείως σιωπώνται κατ' ευφωνικούς κανόνας καθιερωθέντας υπό της συνηθείας και μη αλλοιώσαντας την γραφήν» (ό.π.). Την ίδια λύση για το υποχονδριακό τούτο πρόβλημα προσυπέγραψε αργότερα με σχόλιό του και ο Κ.Π. Καβάφης, που επιχειρηματολογεί: η εκφώνηση του τελικού νυ «έπρεπε να αποβληθή εκεί όπου το πνεύμα της νεωτέρας ελληνικής γλώσσης αντιτάσσεται εις αυτήν. Ημπορούσε να γράφεται μόνον χάριν της γλωσσικής παραδόσεως και εξωτερικής ενότητος, ως το γαλλικόν τελικόν "t", "s", ή "r", ή - πάντοτε ως τα γαλλικά τελικά - να προφέρεται, υπό όσων απαιτούν ακριβεστέραν ευφωνίαν, μόνον ότε έπεται φωνήεν» (Γ.Π. Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, Β').

     Επειδή η γραπτή απόδοση της γλώσσας είναι έτσι κι αλλιώς χονδρική, ας το γράφουμε παντού και πάντα το τελικό νυ, για να ξεμπερδεύουμε - κι όποιος θέλει το εκφωνεί, όποιος το απεχθάνεται κατά την ροϊδική περιγραφή το αποσιωπά: έτσι επιβαρυνόμαστε με πρόσθετο πληκτρολόγημα στο γραπτό μας, αποδεσμεύουμε όμως την σκέψη μας.

    Ο Μίμης Σουλιώτης είναι ποιητής και διδάσκει Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.


ΤΑ ΝΕΑ 10-8-2011