Σελίδες

31.10.10

Το καταραμένο κείμενο του Δημήτρη Καμπουράκη

   Όταν φοιτούσα στην τρίτη λυκείου, είχα μια εξαιρετική φιλόλογο για τα αρχαία και την έκθεση. Κάποια γιορτινή μέρα που δεν είχε διάθεση για μάθημα (πριν τα Χριστούγεννα ήταν πιθανότατα), είχε τη φαεινή ιδέα να μας πει να γράψουμε μια έκθεση με ελεύθερο θέμα. Για ό,τι θέλουμε. Προφανώς το εγχείρημα με πέτυχε σε μια περίεργη στιγμή μεταφυσικής διαύγειας και αψήφιστης αποφασιστικότητας, διότι κάθισα και σκάρωσα μια φανταστική ιστορία με δύο αδέρφια που είχαν σκοτώσει τον πατέρα τους, τον τεμάχισαν, τον μαγείρεψαν και τον έφαγαν. Πέραν του προφητικού του πράγματος (έτυχε τρία χρόνια αργότερα να έχω συμφοιτητή και σχεδόν φίλο τον Φραντζή που τεμάχισε τη γυναίκα του), το κείμενο αυτό αποτέλεσε για μένα μια σπουδαία αφορμή να μελετήσω τη σκέψη και τη συμπεριφορά των ανθρώπων όταν βρίσκονται μπροστά σε μη προφανή πράγματα. Τότε κατάλαβα επίσης ότι σπάνια έχουμε τον πλήρη έλεγχο του δρόμου που παίρνουν τα λόγια και τα έργα μας, καθότι αυτά άπαξ και φύγουν από κοντά μας δεν εξαρτώνται από τη δική μας βούληση, αλλά από τη βλακεία ή την εξυπνάδα των υπολοίπων. Το καταραμένο αυτό πόνημα με κυνηγούσε ακαταπαύστως για μεγάλο χρονικό διάστημα, φέρνοντας μου τον ένα μπελά μετά τον άλλον. Διότι εγώ μεν το είχα περιβάλει με όλη την λογοτεχνική αθωότητα των δεκαεπτά μου χρόνων, όμως διαπίστωσα έκπληκτος ότι κανένας άλλος δεν το είδε μ’ αυτό τον τρόπο.
    Η σειρά των γεγονότων που ακολούθησαν την παράδοση του κειμένου στο χέρι της καθηγήτριας, ήταν η ακόλουθη: Η φιλόλογος που ήταν μια σκεπτόμενη και διαβασμένη γυναίκα, διέκρινε στις γραμμές του την εξέγερση ενός εφήβου, διοχετευμένη σε μια προκλητική και ευφάνταστη θεματολογία. Η ανάγνωση της έκθεσης όμως στο γραφείο των καθηγητών –προφανώς ως αξιοπερίεργο κείμενο ενός μαθητή τους- δημιούργησε άλλου είδους παρενέργειες. Ένα ικανό μέρος των καθηγητών, το ερμήνευσαν όχι ως ερασιτεχνική νεανική αλληγορία αλλά ως κυριολεκτική μεταφορά των προθέσεων του γράφοντος, με αποτέλεσμα να υποθέσουν ότι τα ‘χω βάλει με τον πατέρα μου. Ορισμένοι άρχισαν να με κοιτάζουν με συμπάθεια (είναι αυτοί που όλα τα ρίχνουν στους γονείς) κι άλλοι να με αντιμετωπίζουν σαν αχάριστο τσογλάνι (είναι αυτοί που τα ρίχνουν όλα στα παιδιά). Ένας απ’ τους δεύτερους μάλιστα, μόλις με πέτυχε αδιάβαστο, μού πέταξε μέσα στην τάξη: «Εμ βέβαια, δεν ξέρεις ν’ ανοίξεις κανένα βιβλίο, εσύ μόνο να τρως τον πατέρα σου ξέρεις».
    Πολύ άσχημα αντέδρασε ο καθηγητής των θρησκευτικών. Ήταν ένας θρησκόληπτος διοπτροφόρος εκδικητής του Θεού, που στο πρόσωπο μου ανακάλυψε επιτέλους έναν φορέα των ιδεών του Σατανά, τον οποίον και κατακεραύνωσε χωρίς οίκτο μπροστά σε όλους. Τα παιδιά έμαθαν το περιεχόμενο του κειμένου μου απ’ αυτό το στενόμυαλο ανθρωπάκι, αφού η φιλόλογος είχε αποφύγει την ανάγνωση του μέσα στη τάξη. Ακολούθησε μία χιονοστιβάδα συναισθημάτων και εκδηλώσεων εκ μέρους των συμμαθητών μου, που μετεωρίζονταν ανάμεσα στην καζούρα και το δέος. Τότε ήταν που καταγράφηκα ως ο διαφορετικός της τάξης, ως το περίεργο έντομο της μικροκοινωνίας μου. Νόμισα ότι το θέμα είχε τελειώσει, όμως μερικές μέρες αργότερα αντιμετώπισα έκπληκτος την οργή του πατέρα μου και τα κλάματα της μάνας μου, μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Ο πατέρας μου είχε κληθεί ερήμην μου και κάτω από συνθήκες πλήρους συνωμοτικότητας στο σχολείο και είχε ενημερωθεί για το περιεχόμενο της έκθεσης μου. Ματαίως προσπάθησα να μάθω ποιος τον κάλεσε και τι του είπε. Ακόμα πιο μάταιη αποδείχτηκε κάθε απόπειρα να εξηγήσω το περιεχόμενο του κειμένου μου. Ήμουν πολύ μικρός για να υπερασπιστώ επαρκώς τις λογοτεχνικές μου ανησυχίες και εντελώς ανήμπορος να πείσω για την σχετική αυτονομία της λογοτεχνίας από τα γεγονότα της πραγματικής ζωής.
    Ένα κομμάτι του παζλ μπήκε στη θέση του λίγους μήνες αργότερα, όταν άγνωστοι πήδησαν νύχτα τη μάντρα του λυκείου και μουτζούρωσαν με μαύρο σπρέυ το μαρμάρινο ηρώο που υπήρχε στο κέντρο της αυλής. Ήταν ένα μνημείο αφιερωμένο στους μαθητές του σχολείου που είχαν πάει εθελοντές στον πόλεμο του 1912 και είχαν σκοτωθεί. Ήμουν ο μόνος μαθητής που εκλήθη το επόμενο πρωί στο γραφείο του λυκειάρχη, για να αντιμετωπίσει έναν φρικτό άνθρωπο που ούρλιαζε υστερικά μοιράζοντας σάλια και χαστούκια. Με απειλούσε πως αν δεν του έλεγα αυτούς με τους οποίους είχαμε κάνει παρέα το έγκλημα, θα με παρέδιδε στην αστυνομία. Ο φόβος με είχε παραλύσει, παρά ταύτα μπόρεσα να συνειδητοποιήσω ότι όλος αυτός ο τρομερός μπελάς, δεν ήταν παρά αποτέλεσμα του καταραμένου κειμένου. Εξ αιτίας του, κάποιοι που είχαν εξουσία με είχαν κατατάξει στο στρατόπεδο των αντικοινωνικών στοιχείων και των επικίνδυνων αναρχικών. Δεν έκανα τίποτα ηρωικό μέσα σε κείνο το γραφείο, αντιθέτως σχεδόν κλαίγοντας ψέλλισα ότι δεν είχα σχέση μ’ αυτά και ότι το προηγούμενο βράδυ ήμουν από νωρίς στο σπίτι. Ο πατέρας μου το επιβεβαίωσε, με υπερασπίστηκε σθεναρά μπροστά στον λυκειάρχη (τότε κατάλαβα ότι αυτός τον είχε καλέσει για ενημέρωση), αλλά όταν φύγαμε με προειδοποίησε ψυχρά ότι ήταν η τελευταία φορά που του δημιουργούσα πρόβλημα. Το άτιμο το κείμενο είχε δημιουργήσει ρήγμα ως και μέσα στο σπίτι μας. Και τι να του έλεγα έτσι όπως τον έβλεπα να περπατά γρήγορα και γεμάτος οργή μπροστά μου; Πως ούτε να μουτζουρώσω μνημεία είχα διάθεση, ούτε να τον ψήσω και να τον φάω;
    Δεν θα αναφερόμουν περαιτέρω στον λυκειάρχη και θα τον παρέδιδα στην προσωπική μου λήθη ως φιγούρα μιας άλλης εποχής, το κάνω όμως διότι η εμπλοκή του στο περιβόητο κείμενο κράτησε ως το 1985. Το βράδυ της δολοφονίας του Καλτεζά, τα ΜΑΤ με συλλάβανε στα Εξάρχεια μαζί με άλλους και μας μεταφέρανε στη ΓΑΔΑ. Δώσαμε ονόματα, διευθύνσεις και αποτυπώματα, περάσαμε τη νύχτα σ’ έναν διάδρομο όρθιοι και το πρωί μάς καλούσαν ένα-έναν αφού είχαν ψάξει όλα τα στοιχεία που υπήρχαν για μας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκπληξη που ένιωσα, όταν είδα τον αξιωματικό να κοιτάζει το χαρτί που είχε μπροστά του και μετά να μου λέει σαρκαστικά κι έτοιμος να σηκώσει τη χερούκλα του: «Από μαθητής, βλέπω, έγραφες αναρχικά κείμενα»! Η ΓΑΔΑ είχε επικοινωνήσει με την Ασφάλεια Χανίων και το καταραμένο κείμενο ήταν στον φάκελο μου. Από τον κύριο λυκειάρχη προφανώς. Το είχε αναφέρει στους αστυνομικούς τότε που έκαναν την έρευνα για την βεβήλωση του μνημείου κι αυτοί το διέσωσαν ως αιώνια απόδειξη της παρα-κοινωνικής μου σκέψης και συμπεριφοράς. (Δεν θα ξεχάσω βέβαια τον τόνο της φωνής του ίδιου αξιωματικού λίγες ώρες αργότερα, όταν «ενημερώθηκε» ότι κατά λάθος με συλλάβανε. Για την αστυνομία υπήρχαν εκείνη τη στιγμή (και υπάρχουν ακόμα) δύο ειδών άνθρωποι. Οι νομιμόφρονες που ήταν υπέρ της δολοφονίας και οι αναρχικοί που ήταν εναντίον της δολοφονίας. Οι πρώτοι μόνο κατά λάθος έπεφταν στα χέρια της, οι δεύτεροι μόνο κατά λάθος δεν έπεφταν. Κι αφού οι άνωθεν διαταγές με κατέτασσαν στους πρώτους, ήταν λογικό να μου πει με πατρικό τόνο: Φαινόσουνα εσύ ότι ήσουν καλή πάστα. Τι ζητούσες βρε παιδί μου σ’ αυτή τη γειτονιά; Κι αυτά τα μαλλιά, κόφτα να πάνε στον διάολο.)
    Μου ξέφυγε η διήγηση, αλλά όλα έχουν το ενδιαφέρον τους. Επιστρέφω σε κείνες τις καταραμένες γραμμές, μέσα στις οποίες τα αδέρφια έφαγαν τον πατέρα τους. Τότε συνειδητοποίησα την φοβερή ισχύ που μπορούν ν’ αποκτήσουν οι λέξεις ενός κειμένου. Ισχύ που άλλοτε παίρνει τη μορφή μιας γροθιάς της αποκαλύψεως κι άλλοτε την τοξικότητα μιας σταγόνας δηλητήριου στην άκρη των χειλιών. Μα κυρίως κατάλαβα ότι το κείμενο το γράφεις για σένα και μόνο για σένα, ακόμα κι αν ο αντικειμενικός σκοπός του είναι να απευθυνθεί σε άλλους. Για τον συγγραφέα, κάθε προσπάθεια να καταλάβουν οι αναγνώστες του ακριβώς αυτά που θέλει, αποτελεί απόλυτη ματαιότητα. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη ούτε καλό, ούτε κακό. Απλώς είναι μια πραγματικότητα, που μόλις την συνειδητοποιήσει, τον απελευθερώνει.
    Την πραγματικότητα αυτή κατάλαβα για μια ακόμα φορά το 2008, όταν 30 χρόνια μετά την αποφοίτησή μας, όλοι οι παλιοί συμμαθητές καταφέραμε να ξανασυγκεντρωθούμε για να δούμε τα χάλια μας. Όταν θυμηθήκαμε όλα τα άλλα, ήρθε και η κουβέντα στο περιβόητο κείμενο. Και κάποιοι, αποθαυμάζοντας την «καριέρα» που έκανα, είπαν κουνώντας το κεφάλι τους με ύστερο θαυμασμό: «Από τότε που έγραψες εκείνη την έκθεση, φαινότανε ότι θα προκόψεις.» Γέλασα με την καρδιά μου. Διότι και άρτι αποφυλακισθείς βαρυποινίτης για φόνους να ήμουν, πάλι το ίδιο θα λέγανε: φαινότανε από το κείνο το κείμενο…

Δημήτρης Καμπουράκης
31-10-2010
http://www.protagon.gr/

Τα πουλιά

Αμέτρητα πουλιά πάνω στα σύρματα
αυστηρά παρατηρούν
σχεδόν καγχάζουν
τους ανθρώπους

Πώς τρέχουν βιαστικοί να βάλουν στην άκρη μία ακόμα μέρα
και πώς στοιβάζουν τις μέρες τους
αχρησιμοποίητες
τη μία πάνω στην άλλη

Και καθώς με ανάλαφρο πτερυγισμό
εγκαταλείπουν τα σύρματα
αφήνουν υπεροπτικά
τις ακαθαρσίες τους
πάνω στα γυαλιστερά αυτοκίνητα.

28.10.10

Σημειώσεις με άσπρες και μαύρες ρίγες

    O Esteban Argentea Nieve ήταν ένας Αργεντινός ποιητής, σύγχρονος του Μπόρχες. Εξέδωσε μόνο μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Άνθη της Αβύσσου». Πέθανε σε ηλικία μόλις 25 ετών, γλιστρώντας μεθυσμένος στις σκάλες του υπογείου του και τσακίζοντας τον αυχένα του.
    Αυτά αναφέρει ο Αργύρης Χιόνης στο βιβλίο του «Όντα και μη όντα», αφήνοντας όμως πολλές αμφιβολίες για την κατηγορία στην οποία ανήκει πραγματικά ο Αργεντινός ποιητής. Ο ίδιος αποκαλύπτει ότι σε πρότερο χρόνο ιδιοποιήθηκε κάποια ποιήματα του Nieve, αλλά και ότι σε μια από τις παρουσιάσεις του "Υπογείου" ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης απεφάνθη ότι ο Nieve είναι φανταστικό πρόσωπο και ότι το όνομα Esteban Argentea Nieve είναι η απόδοση στα ελληνικά ολόκληρου του ονόματος του Χιόνη (Αργύρης Στεφάνου Χιόνης), αφού Esteban=Στέφανος, Argentea=Αργυρό και Nieve=χιόνι.
    Θυμήθηκα τον μυστηριώδη Ολλανδό συνθέτη Van den Budenmayer, πρόσωπο της φαντασίας του Zbigniew Preisner, του οποίου η μουσική έντυνε μαζί με εκείνη του Preisner τις ταινίες του Kieslowski.
    Είναι η ζέβρα μαύρο ζώο μ’ άσπρες ρίγες ή άσπρο ζώο με μαύρες ρίγες; Αυτός ήταν ένας προβληματισμός του Nieve που υπάρχει στην πρώτη σελίδα του «Όντα και μη όντα». Με απασχόλησε τη βραδιά της διακαναλικής συζήτησης με τον πρωθυπουργό. Ανέβασα αυτόν τον προβληματισμό μου στο facebook και είδα ότι την απορία μου συμμερίστηκαν πολλοί εκλεκτοί φίλοι του διαδικτύου. Φαίνεται, μάλιστα, ότι άφησαν τον πρωθυπουργό να προσπαθεί να βάλει άσπρες ρίγες στη μαυρίλα του τόπου μας και άνοιξαν Βικιπαίδειες και άλλα διαδικτυακά βοηθήματα για να φωτίσουν το πρόβλημα της ζέβρας. Ακολουθούν μερικές από τις πιο ευρηματικές τοποθετήσεις:

• Η ζέβρα είναι ασπρόμαυρο ζώο με εκνευριστικές ρίγες.

• Αν τη δεις "αισιόδοξα", είναι άσπρο ζώο με μαύρες ρίγες. Αν τη δεις "πεσιμιστικά", είναι μαύρο ζώο με άσπρες ρίγες. Κάτι σαν το μισοάδειο ή μισογεμάτο ποτήρι.

• H ζέβρα είναι ένα γαϊδούρι με ριγέ πιζάμες.

• Η ζέβρα είναι ένα άλογο που σχεδιάστηκε από επιτροπή. Οι ρίγες δεν ήταν στο πρόγραμμα.

• Η ζέβρα είναι ένα άλογο φανατικός ΠΑΟΚτζής.

• Αν σκανάρουμε τις ρίγες και τις μετατρέψουμε σε αρχείο DWG, μπορούμε να εμβαδομετρήσουμε τις μαύρες και άσπρες επιφάνειες. Έτσι θα βρούμε ποια υπερισχύει. Αυτή θα την ορίσουμε ως βάση και την άλλη ως σχέδιο. Η τεχνοκρατική άποψη.

    Αυτά τα πολύ ενδιαφέροντα διαφιλονικούσαν μεταξύ τους οι διαδικτυακοί φίλοι μου τη βραδιά της διακαναλικής. Πραγματικά δεν ξέρω πόσο επιτυχημένος θα μπορούσε να αισθάνεται ο πρωθυπουργός, αν ήξερε ότι ο λαός του, αντί να τον παρακολουθεί, ασχολείται με ζέβρες.
    Την ίδια αυτή ώρα που κι εγώ χάζευα στο facebook, "ανέβηκε" η δυσάρεστη είδηση ότι έφυγε και η Ρένα Κουμιώτη. Δυο αγαπημένες φωνές μέσα σε δύο μέρες… Φαίνεται ότι ο χάρος ακούει νέο κύμα, έκανα τη μακάβρια σκέψη, με δεδομένο την είδηση του θανάτου της Καίτης Χωματά την αμέσως προηγούμενη ημέρα. Ευτυχώς, η είδηση για την Κουμιώτη ήταν εσφαλμένη.
    Ο απόηχος της διακαναλικής κραυγής αγωνίας του πρωθυπουργού ήρθε να ενωθεί με τα ΟΧΙ που φώναξαν οι μαθητές που συμμετείχαν στην καθιερωμένη παράτα της 28ης Οκτωβρίου: «ΟΧΙ, δεν κρυώνω, δεν θέλω ζακέτα», «ΟΧΙ, δεν θα έρθω για φαγητό, θα πάω στην πλατεία», «ΟΧΙ, στο υπόσχομαι, δεν θα καπνίσω», «ΟΧΙ, δεν είναι πολύ κοντή η φούστα, όλες τέτοια φοράνε».
    Η φετινή ήταν η παρέλαση της τσίχλας. Αγόρια, κορίτσια περπατούσαν και μασούλαγαν. Με τόσα κιλά τσίχλας που καταναλώθηκαν, πρέπει η Dentyne να δωρίσει γαλανόλευκες σε όλα τα σχολεία για την αντίστοιχη φιέστα του Μαρτίου. Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά, που γερά μασουλάτε. Μήπως είναι πια καιρός να καταργηθεί αυτή η εθνικιστικής φύσεως παρωδία; Αν θέλουμε να καμαρώνουμε τα παιδιά μας, είναι καλύτερο να τα απολαύσουμε σε μαθητικά πολιτιστικά φεστιβάλ στα πλαίσια κάθε δήμου, έστω και με θεματικό πυρήνα τις δύο μεγάλες εθνικές επετείους. Ίσως έτσι τους δοθεί η δυνατότητα έκφρασης με τη μορφή της μουσικής, του θεάτρου, του χορού και γλιτώσουμε από τις αναχρονιστικές και ακαλαίσθητες παρελάσεις με μίνι και ψηλοτάκουνες γόβες ή τζιν και αθλητικά…

24.10.10

Σημειώσεις για νεράιδες

    
    Μετά το ατέλειωτο ζεστό καλοκαίρι και τις πρώτες σταγόνες της βροχής, το κινηματογραφικό πανί απλώνει τη ζωή μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας.

    Σάββατο βράδυ.

    «Τα παιδιά είναι εντάξει», μου λέει η κυρία στο ταμείο.
    «Μάλιστα», απαντάω εγώ.
    «Τα παιδιά είναι εντάξει», επιμένει εκείνη.
    «Ναι, μια χαρά είναι», ξαναλέω απορημένη αυτή τη φορά.
    «Όχι, σας το λέω γιατί οι περισσότεροι νομίζουν ότι παίζουμε Γούντι Άλεν. Θα συναντήσεις έναν ψηλό μελαχροινό άνδρα. Την άλλη εβδομάδα».
    «Θα κάνουμε υπομονή μέχρι τότε», απαντάω. Η Έλλη γελάει.

    Δυο γυναίκες παντρεμένες μεταξύ τους, καθεμιά με το παιδί της από τον ίδιο δότη σπέρματος. Τα παιδιά με τις δυο μητέρες συναντούν τον ένα και μοναδικό πατέρα. Ο ένας και μοναδικός πατέρας κάνει έρωτα με τη μία από τις μητέρες, αυτή τη φορά εκτός δοκιμαστικού σωλήνα. Πόσες διαστάσεις έχει αυτή η μοιχεία; In vivo μοιχεία της μίας μητέρας απέναντι στη σύζυγό της; In vitro μοιχεία του πατέρα απέναντι στη σύντροφο της ερωμένης του; Oι δύο λεσβίες βλέπουν ανδρικό gay πορνό και ανησυχούν μήπως ο γιος τους είναι gay. Τα οικογενειακά πρότυπα γίνονται σιγά-σιγά κανονικό Sudoku. Και μάλιστα για προχωρημένους.

    Κυριακή απόγευμα.

    Γυαλιά τριών και παραπάνω διαστάσεων εκσφενδονίζουν τερατόμορφους ήρωες στα πέρατα των αισθήσεων. Κουκουβάγιες γεμίζουν την αίθουσα και ακόμα είναι μόνο απόγευμα. Σε λίγο οι κουκουβάγιες κρύβονται και βγαίνουν οι νεράιδες.
    «Μαμά, υπάρχουν στην πραγματικότητα νεράιδες;» με ρωτάει η Άννα.
    Όχι, ετοιμάζομαι να απαντήσω. Την πρώτη φορά που γελάει κάθε μωρό, γεννιέται μια νεράιδα, με προλαβαίνει η Τίνκερμπελ. Η απάντησή της με καλύπτει απόλυτα.
    Ο νεραϊδόκοσμος μυρίζει ποπ-κορν. Φοράω ρούχα πολύχρωμα, ασύνδετα μεταξύ τους. Κόκκινα με μπλε. Ρόμβους με πουά. Άλλος θα τα φορούσε μόνο αν είχε ξεμείνει από ρούχα. Εγώ τα έχω διαλέξει έτσι. Να ταιριάζουν με τη βουτυρωμένη μυρωδιά των νεράιδων.
    «Μαμά, πιστεύεις στα θαύματα»;
    Νομίζω ότι θα κοπώ στο διαγώνισμα της Άννας. Δεν ξέρω καμία απάντηση. Κι αυτός ο Πατάκης δεν λέει να κυκλοφορήσει κανένα λυσάρι με ερωτήσεις παιδιών για απελπισμένους γονείς.
    Κοιτάζω το σουφλέ σοκολάτας που κολυμπάει σε λόφους σαντιγί. Να ένα θαύμα, σκέφτομαι. Θα ζητήσω τη βοήθεια του κοινού. Κοιτάζω τριγύρω και, ως από μηχανής θεούς, βλέπω δυο νεαρούς ιερωμένους. Κάθονται στο μισοσκότεινο καφέ με τη μινιμαλιστική διακόσμηση, πίνουν καφέ και κουβεντιάζουν. Εκκλησιαστικά θέματα, υποθέτω, αν και ο Alejandro της Lady Gaga που ακούγεται από τα ηχεία πρέπει να τους ενοχλεί. Μήπως να τους απευθύνω την ερώτηση της Άννας;
    Στον τοίχο του καφέ μια συλλογή με εξώφυλλα ελληνικών βινυλίων από περασμένες δεκαετίες. Ρένα Βλαχοπούλου, Τζένη Βάνου, Γιάννης Πουλόπουλος. Και η Καίτη Χωματά. Πάει κι αυτή. Έγινε αστέρι μακρινό μες στον ατέλειωτο ουρανό.
    Πίνω μια γουλιά καφέ και ξεφυλλίζω την ολοκαίνουρια «Οδό Πανός». Στο εξώφυλλο η Ζυράννα. Η περσινή αρραβωνιαστικιά/ήταν τρελλή και γνωστικά/και μια βραδιά χωρίς φεγγάρι/πήγε στην ερημιά με χάρι. Ο πάντα ευρηματικός Γιώργος Παυριανός για τη Ζυράννα.
    Δίπλα μου η Άννα φαίνεται να έχει βρει τις απαντήσεις της μέσα στο σουφλέ σοκολάτας. Χαμογελάει ευχαριστημένη και γλείφει τα σοκολατένια μουστάκια της.

Ζω μονάχη με τρεις γάτες
Αυτές έχω για προστάτες
Τα βιβλία μου γραμμένα
Εφτά χρόνια το καθένα
Λύκε, πες ποια είμαι εν τέλει;
Η Ζυράννα η Ζατέλη.

17.10.10

Cartier με άρωμα πορτοκάλι


     Η Άννα κι εγώ, σήμερα το απόγευμα, στη στάση του τραμ. Πηγαίνουμε σινεμά. Τίνκερμπελ, η νεραϊδούλα, η επιλογή της εβδομάδας για σινεφίλ επτάχρονα. Περιμένουμε το τραμ καθισμένες στο παγκάκι. Φοράω την ολοκαίνουργια κολώνιά μου: Cartier με άρωμα πορτοκάλι. Είμαστε με την Άννα η πορτοκαλιά με το πορτοκαλάκι.
     Μια ηλικιωμένη γυναίκα έρχεται και κάθεται δίπλα μας στο παγκάκι. Φοράει παλιά μαύρα ρούχα και φθαρμένα μαύρα παπούτσια. Κρατάει μια μαύρη πάνινη τσάντα ELLE, μάλλον δώρο από κάποιο περιοδικό ή εφημερίδα. Τα χαρακτηριστικά της είναι όμορφα, παρά την ταλαιπωρημένη όψη της.
     Μέσα στα πρώτα λεπτά, πλησιάζει το πρόσωπό της στο δικό μου με ύφος εμπιστευτικό. Έχει πράσινα μάτια.
     «Με συγχωρείτε. Να σας ρωτήσω κάτι;»
     Το βλέμμα της είναι ελαφρώς παρακλητικό. Περιμένω ότι θα μου ζητήσει χρήματα. Ή δουλειά. Ή και τα δύο.
    «Φοράτε κάποιο άρωμα ή είναι της κυρίας από πίσω;»
     Γυρίζω ξαφνιασμένη να δω την «κυρία από πίσω». Μια ηλικιωμένη γυναίκα με τον άνδρα της.
     «Φοράω μια κολώνια».
       Φοβάμαι ότι θα μου πει πως της φέρνει αλλεργία.
       «Είναι πολύ ωραία. Πώς λέγεται;»
       “Essence d’ orange του Cartier”.
       «Έχετε ένα στυλό να το σημειώσω;»
         Κουβαλάω πάντα στυλό μαζί μου για να σημειώνω διάφορα που μου έρχονται στο μυαλό. Πάντα εκτός από σήμερα.
        «Όχι, δυστυχώς».
       «Μου την ξαναλέτε;»
       «Άρωμα πορτοκαλιού σημαίνει», της εξηγώ.
       «Α, αυτό το θυμάμαι πιο εύκολα. Πού μπορώ να τη βρω;»
       «Ο Hondos τις έχει όλες», της απαντάω.
     Ικανοποιείται, αλλά πάλι όχι απόλυτα. Θέλει το γραπτό. Τα λόγια τα παίρνει ο αέρας. Κοιτάζει γύρω της με αγωνία. Σηκώνεται και αρχίζει να ρωτάει έναν -έναν τους ανθρώπους στη στάση. Η μαύρη τσάντα έχει μείνει ορθάνοιχτη στη θέση της, ακριβώς δίπλα μου.
     Το δικό της τραμ καταφθάνει κι εκείνη δεν έχει βρει ακόμα στυλό. Δεν γράφει πολύ ο κόσμος σήμερα. Περισσότερο πληκτρολογεί. Ή καρφώνει.
     Τρέχει προς την πόρτα του κοντινού βαγονιού, αρπάζοντας την τσάντα της από το παγκάκι.
     «Ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ πολύ», μου λέει ξανά και ξανά καθώς χάνεται στο εσωτερικό του τραμ.
      Μένω να κοιτάζω με απορία. Αν είχα το μπουκάλι της κολώνιας μαζί, θα της το έδινα. Έτσι κι αλλιώς, το πιθανότερο είναι ότι θα την έχω βαρεθεί πριν το τελειώσω.
       Φέρνω τους καρπούς μου κοντά στη μύτη μου. Ξαφνικά, η υπέροχη μυρωδιά μου με γεμίζει θλίψη.

5.10.10

Η γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα

(φωτ. Man Ray)
  
 Έβλεπε όνειρα κάθε βράδυ. Από μικρό κορίτσι μέχρι που τα μαλλιά της άσπρισαν και σοβάρεψαν. Ήταν τα όνειρά της γεμάτα ανθρώπους. Γνωστούς και άγνωστους. Και τόπους. Κοντινούς και μακρινούς.
    Έκλαιγε με τα όνειρα κάθε βράδυ. Για τους ανθρώπους, τους γνωστούς και τους άγνωστους. Και για τους τόπους, τους κοντινούς και τους μακρινούς.
    Μικρό κορίτσι, την έπαιρνε εκείνη στην αγκαλιά της χαμογελώντας. Όνειρο ήταν, πάει έφυγε, της έλεγε. Ύστερα τα μαλλιά της άσπρισαν. Σοβάρεψε. Έφυγε κι εκείνη σαν όνειρο.
    Συνέχισε να βλέπει όνειρα και να κλαίει κάθε βράδυ. Εκείνος την έπαιρνε αγκαλιά χαμογελώντας. Όνειρο ήταν, πάει έφυγε, της έλεγε και τη φιλούσε.
    Ο καιρός έφευγε. Καινούριοι άνθρωποι, γνωστοί και άγνωστοι. Τόποι κοντινοί και μακρινοί. Κάθε βράδυ ένα δακρυσμένο όνειρο.
    Ένα βράδυ δεν έκλαψε στον ύπνο της. Το όνειρο ήταν αλλιώτικο. Μόνο γνωστοί άνθρωποι και τόποι αγαπημένοι. Εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του κλαίγοντας. Όνειρο ήταν, πάει έφυγε, έλεγε και τη φιλούσε.